Τα Ιωάννινα, γνωστά και ως Γιάννενα ή Γιάννινα, είναι πόλη της Ηπείρου, έδρα του δήμου Ιωαννιτών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων. Επίσης, αποτελούν την έδρα και μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Ηπείρου καθώς και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 65.574 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011.[3]
Τα Ιωάννινα βρίσκονται στο βορειοδυτικό κομμάτι της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο κέντρο του ομώνυμου λεκανοπεδίου. Είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας με πλούσια πολιτιστική παράδοση και σύγχρονες αναπτυξιακές επιχειρήσεις. Μεταξύ των πολυποίκιλων γεωγραφικών χαρακτηριστικών της περιοχής ξεχωριστή θέση κατέχει η λίμνη Παμβώτιδα, που παράκειται της πόλης.
πηγη: wikipedia
Το Ζαγόρι είναι περιοχή στην οροσειρά της Πίνδου, στην Ηπειρο, στη βορειοδυτική Ελλάδα. Στην περιοχή υπάρχουν 46 οικισμοί τα αποκαλούμενα Ζαγοροχώρια, τα οποία είναι διάσπαρτα στους πρόποδες της Πίνδου. Έχει έκταση περίπου 1,000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και σχήμα ανεστραμμένου ισόπλευρου τριγώνου. Η νότια κορυφή του τριγώνου αγγίζει την πρωτεύουσα της περιφέρειας , τα Ιωάννινα , η νοτιοδυτική πλευρά σχηματίζεται από το όρος Μιτσικέλι (1,810 μ), ο ποταμός Αώος και το όρος Τύμφη αποτελούν τη βόρεια πλευρά και η νοτιοανατολική πλευρά ακολουθεί τον ποταμό Βάρδα στο Μαυροβούνι (2,100 μ) κοντά στο Μέτσοβο. Ο πληθυσμός της περιοχής είναι περίπου 3700, που δίνει πυκνότητα πληθυσμού 4 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, σε σύγκριση με το μέσο 73,8 συνολικά για την Ελλάδα.
Η λέξη Ζαγόρι προέρχεται από την Σλαβική πρόθεση Za που σημαίνει «πίσω» και το ουσιαστικό gora που σημαίνει «βουνό», το οποίο με την σειρά του είναι παραφθορά του ελληνικού όρος. Στην αρχαιότητα η περιοχή ονομάζονταν «Παροραία», και οι κάτοικοί της «Παροραίοι», δηλαδή αυτοί που ζουν πίσω από τα όρη.
πηγη: wikipedia
Ο Σαραντάπορος είναι ποταμός της Ηπείρου και Μακεδονίας με συνολικό μήκος 50 χλμ. Πηγάζει από το όρος Μαύρη Πέτρα, σε υψόμετρο 1.500 μέτρων, της οροσειράς του Γράμμου και ενώνεται με τον ποταμό Αώο κοντά στο τελωνείο της Μέρτζιανης στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Από εκεί εισέρχεται στο Αλβανικό έδαφος και εκβάλλει στην Αδριατική θάλασσα. Η λεκάνη απορροής του καλύπτει 870 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Ο Σαραντάπορος συγκεντρώνει τα νερά των ρεμάτων που χύνονται προς τη νότια πλευρά του Γράμμου και την δυτική πλευρά του Σμόλικα, μεταξύ των οποίων και αυτό του Βουρκοπόταμου που κατεβαίνει από το χωριό Κεράσοβο και ακολουθεί μια διαδρομή ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Γράμμου, του Βοΐου και του Σμόλικα. Ένα από τα αξιοθέατα κατά μήκος του ποταμού είναι το δίτοξο πέτρινο γεφύρι μεταξύ των χωριών Δροσοπηγή και Πλαγιά, το οποίο κατασκευάστηκε το 1747.
πηγη: wikipedia
Ο Αώος (αλβανικά: Vjosë) είναι ποταμός της Ηπείρου με συνολικό μήκος 260 χλμ. Από αυτά, τα 70 χλμ. βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος και τα υπόλοιπα 190 χλμ. σε αλβανικό. Ο Αώος πηγάζει από την βόρεια Πίνδο και αρχικά διαρρέει μία χαράδρα ανάμεσα στα όρη Τύμφη και Σμόλικα. Νοτιοδυτικά της Κόνιτσας εισέρχεται στην Αλβανία και εκβάλλει στην Αδριατική θάλασσα.
πηγη: wikipedia
Ο Βοϊδομάτης (γνωστό και ως "ποτάμι του Βίκου") είναι ποταμός του νομού Ιωαννίνων, παραπόταμος του Αώου. Οι κύριες πηγές του βρίσκονται κάτω από το χωριό Βίκος. Στην διαδρομή του δέχεται και άλλα υδάτινα ρεύματα που σχηματίζονται στις πλαγιές της Τύμφης ή προέρχονται από το Φαράγγι του Βίκου και τελικά συμβάλει στον Αώο κοντά στην Κόνιτσα. Ο ποταμός έχει συνολικό μήκος 15 χιλιόμετρα. Η ονομασία του Βοϊδομάτη προέρχεται από τις σλαβικές λέξεις voda (= νερό) και mati (= πηγή), και όχι από την καθιερωμένη παρετυμολογία βόιδι δηλ. βόδι και μάτι (μάτι του βοδιού)
Ο Βοϊδόμάτης χαρακτηρίζεται ως ένας από τους καθαρότερους ποταμούς της Ευρώπης, καθώς δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ρύπανσης. Διασχίζει μία από τις ομορφότερες ορεινές τοποθεσίες της Ελλάδας, η οποία έχει χαρακτηριστεί εθνικός δρυμός από το 1973, καθώς και το φαράγγι του Βίκου που αποτελεί μνημείο φυσικής ομορφιάς. Κατά μήκος του Βοϊδομάτη συναντώνται ορισμένα από τα ομορφότερα μονότοξα, ηπειρώτικα γεφύρια. Το πιο διάσημο είναι το γεφύρι της Κλειδωνιάς (ή Κλειδωνιάβιστας), που βρίσκεται στην έξοδο της χαράδρας του Βίκου. Ο Βοϊδομάτης είναι κατάλληλος ποταμός για διάφορα αθλήματα ποταμού, όπως κανόε-καγιάκ και ράφτινγκ. Η θερμοκρασία του νερού του ποταμού είναι πολύ χαμηλή ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες.
πηγη: wikipedia
Το Δούσκο ή Νεμέρτσικα (αλβανικά: Nemërçkë) είναι βουνό στα ελληνοαλβανικά σύνορα στην περιοχή της Ηπείρου. Η ψηλότερη κορυφή του βουνού βρίσκεται στο Αλβανικό τμήμα και έχει ύψος 2.455 μέτρα ενώ η ψηλότερη κορυφή του στο ελληνικό έδαφος έχει υψόμετρο 2.198 μέτρα. Το ελληνικό του τμήμα ανήκει στον νομό Ιωαννίνων. Στις πλαγιές του Δούσκου βρίσκονται τα χωριά του δήμου Πωγωνίου, με κυριότερα τις Δρυμάδες, τον Κακόλακκο, την Μερόπη, τον Παλαιοπυργο, την Κάτω Μερόπη και το Κεφαλόβρυσο. Στην αλβανική πλευρά βρίσκεται μεταξύ Πρεμετής και Αργυροκάστρου.
Γεωλογικά, πρόκειται για ασβεστολιθικό βουνό που σχηματίζει ένα τεράστιο αντίκλινο ανάμεσα στην κοιλάδα του ποταμού Αώου. Το βουνό αποτελεί το νότιο τμήμα της ορεινής αλυσίδας Τρεμπέσιν-Ντέμπελ-Νεμέρτσικα. Στα βόρεια, η Νεμέρτσικα χωρίζεται από το αλβανικό τμήμα της Πίνδο από τον ποταμό Αώο. Το βουνό χαρακτηρίζεται από απότομους βράχους και δασώδεις πλαγιές. Οι ανατολικές πλαγιές ξεκινούν από τον ποταμό Αώο, 2.000 μέτρα χαμηλότερα.
Το Δούσκο ανήκει στην οικοπεριοχή των μικτών δασών της Πίνδου, παλαιαρκτικής προέλευσης. Στα δάση του Δούσκου φύονται δρύες, οστρυές, γάβροι, σφενδάμια, λεπτοκαρύες. Υπάρχουν επίσης αρκετά υποαλπικά λιβάδια.
πηγη: wikipedia
Η Κόνιτσα (ή Κόνιτα στα βλάχικα) είναι κωμόπολη του νομού Ιωαννίνων και έδρα του Δήμου Κόνιτσας της Ηπείρου 64 χιλιόμετρα βόρεια των Ιωαννίνων, κοντά στα αλβανικά σύνορα. Κείται αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού Τραπεζίτσα, της οροσειράς της Πίνδου, με θέα την πεδιάδα της Κόνιτσας όπου ο ποταμός Αώος συναντιέται με τον ποταμό Βοϊδομάτη και τον Σαραντάπορο. Ο κάμπος καλλιεργείται συστηματικά από ντόπιους αγρότες. Η Κόνιτσα είναι περιφερειακό κέντρο για πολλά μικρά χωριά της Πίνδου, ενώ διαθέτει αγορά, σχολεία και ένα κέντρο υγείας. Αποτελεί καλό σημείο αφετηρίας για τους τουρίστες που επιθυμούν να εξερευνήσουν τα βουνά της Πίνδου, ή που θέλουν να κάνουν δραστηριότητες βουνού. Άλλες περιοχές ενδιαφέροντος εκεί κοντά είναι:
τον Εθνικό Δρυμό Βίκου-Αώου, περιλαμβάνει και την εντυπωσιακή Χαράδρα του Βίκου και του Αώου - γνωστές και για την αξιόλογη χλωρίδα τους [1] - και τα όρη της Τύμφης.
το όρος Σμόλικας (2.637 μέτρα υψόμετρο), με την δεύτερη υψηλότερη κορυφή στην Ελλάδα
τα ιαματικά λουτρά των Καβασίλων και του Αμαράντου
τα χωριά των Ζαγορίων και του Πωγωνίου
το κοντινότερο μεγάλο αστικό κέντρο είναι τα Ιωάννινα
πηγή: wikipedia
Δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, κοντά στο σημείο όπου ενώνεται ο ποταμός Αώος με τον Σαραντάπορο, βρίσκεται η περίφημη Μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου, από τις παλαιότερες και ωραιότερες της Ηπείρου. Είναι περισσότερο γνωστή ως Μονή Μολυβδοσκέπαστου, λόγω των φύλλων μολύβδου που καλύπτουν τη στέγη του καθολικού της.
Σύμφωνα με επιγραφή που σώζεται στο καθολικό, η μονή ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο. Ανακαινίσθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα από τον Ανδρόνικο Κομνηνό Μέγα Δούκα Παλαιολόγο, εγγονό του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα, και αργότερα, το 1521, από τους κατοίκους της Πωγωνιανής. Ήταν αρχικά σταυροπηγιακή – υπαγόταν δηλαδή απευθείας στο Πατριαρχείο – και γνώρισε μεγάλη ακμή, που κορυφώθηκε τον 16ο αιώνα, εποχή της ανακαίνισής της. Διέθετε μεγάλη περιουσία και είχε μετόχια ακόμη και στη Ρουμανία, ενώ στους χώρους της λειτουργούσε σχολή, εργαστήριο χειρογράφων και πλούσια βιβλιοθήκη. Σταδιακά, από τον 17ο αιώνα άρχισε να παρακμάζει και το 1848 εγκαταλείφθηκε οριστικά. Το 1943 βομβαρδίστηκε από γερμανικά στρατεύματα και καταστράφηκε εν μέρει το συγκρότημα των κελιών της.
Η μονή περιβάλλεται από ψηλό περίβολο με διώροφα συγκροτήματα κελιών και εξακολουθεί να έχει την όψη φρουρίου. Το καθολικό έχει ιδιαίτερα ψηλό τρούλο και οι τοίχοι του είναι κτισμένοι με λίθινες πλάκες που εναλλάσσονται με πλίνθους και διακοσμούνται με κεραμοπλαστικά στοιχεία και εντοιχισμένα αγγεία. Κατά τις ανακαινίσεις της μονής έγιναν προσθήκες στο αρχικό κτίσμα και προσαρτήθηκαν δύο παρεκκλήσια.
Το εσωτερικό του ναού καλύπτεται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται κυρίως στον 16ο αιώνα (1521 και 1537), ενώ σώζονται και λίγα σπαράγματα από τη διακόσμηση του 14ου αιώνα. Σπάνιο δείγμα υστεροβυζαντινής ξυλογλυπτικής αποτελεί η δίφυλλη θύρα του 14ου αιώνα, που διακοσμείται με ανάγλυφες επιχρωματισμένες παραστάσεις τοποθετημένες σε έξι πλαίσια. Από τα πλούσια κειμήλια της μονής ξεχωρίζει η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας.
Σήμερα η μονή είναι ανδρική και εορτάζει στις 15 Αυγούστου.
πηγη: Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών